Ηταν τέτοιες ημέρες πριν από 197 χρόνια, όταν οι Ελληνες αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα και να αποτινάξουν τα δεσμά της δουλείας. Κατά ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας η χώρα που γέννησε τη δημοκρατία και έβαλε τους σπόρους για να δημιουργηθεί αυτό που ονομάζουμε σήμερα «Δυτικός Πολιτισμός», βίωσε τρομερά δεινά στο πέρασμα των αιώνων.

Κατακτητές προσπάθησαν να απαλείψουν το έθνος μας από προσώπου γης, να το καταστήσουν μία απλή αναφορά στο ρου της ιστορίας και μία ανάμνηση για το τι προσέφερε στην ανθρωπότητα. Χωρίς ίχνος ματαιοδοξίας ή κάτι άλλο παρεμφερές, ο Ελληνας είναι σε θέση να σταθεί απέναντι στον οποιοδήποτε και να βροντοφωνάξει ότι πέρασε πολλά. Επεσε, αλλά πάντα κατάφερνε και στέκονταν ξανά όρθιος. Εχοντας ως οδηγό τους προγόνους του.

Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα, δεν αναφερόμαστε στους αρχαίους που ήταν ιδιαίτερα μορφωμένοι ή σε σύγχρονους λόγιους σαν τον Αδαμάντιο Κοραή ή τον Ρήγα Φεραίο. Αλλά ως επί το πλείστον στους οπλαρχηγούς του 1821. Εκείνους που πέρασαν τεράστιες κακουχίες και κλήθηκαν από την παιδική τους ηλικία να πάρουν τα βουνά, ώστε να αποφύγουν την ταπείνωση και τον εξευτελισμό. Εκείνους που στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έμαθαν γράμματα, αλλά μόνο την «τέχνη» του πολέμου, όμως τα λόγια τους, όπως διασώθηκαν, αντηχούν ακόμη και τώρα ως σύγχρονα και αληθινά.

Αποτελούν λοιπόν το πιο λαμπρό παράδειγμα, πως η ζωή είναι το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο και η καρδιά το απαραίτητο συστατικό ώστε να αποφοιτήσει κάποιος. Ας τα θυμηθούμε, με την ευχή όσοι «είναι στα πράγματα» – έτσι δεν αναφέρονται οι κυβερνώντες; – να τα ακολουθήσουν μπροστά στα διλήμματα που τους παρουσιάζονται.

 «Να μη παραιτήσω τα όπλα, προτού να ίδω ελεύθεραν την πατρίδα μου και εξωλοθρευμένους τους εχθρούς της»

Ορκος Ιερολοχιτών

 «Ως μία βροχή έπεσεν εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί μας και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση…»

Θ. Κολοκοτρώνης, στην ομιλία του στην Πνύκα.

«Είναι καιρός νά αποτινάξωμεν τόν αφόρητον τούτον ζυγόν, νά ελευθερώσωμεν τήν Πατρίδα, νά κρημνίσωμεν από τά νέφη τήν ημισέληνον νά υψώσωμεν τό σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν! λέγω τόν Σταυρόν, καί ούτω νά εκδικήσωμεν τήν Πατρίδα, καί τήν Ορθόδοξον ημών Πίστιν από τήν ασεβή τών ασεβών καταφρόνησιν…»

Αλέξανδρος Υψηλάντης, στην προκήρυξή του «Μάχου υπέρ πίστεως & πατρίδος».

 «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω!»

Αθανάσιος Διάκος, απευθυνόμενος στον Ομέρ Βρυώνη.

 «Τούτο τό εβεβαιώθην σωστότατα καί τό χρέος τής πίστεως καί ο πατριωτισμός δέν μέ αφίνουν πλέον νά τό υποφέρω καί απεφάσισα μέ τήν χύσιν τού αίματός μου νά βεβαιώσω τήν πρός τήν πατρίδαν αγάπην καί ελευθερίαν τού γένους μας, αγροικήθηκα μέ όλους τούς άλλους Ναχαελίδας καί όλοι, μεγάλοι καί μικροί, προθυμότατοι νά χύσουν τό αίμα των διά τήν ελευθερίαν τής πατρίδος αναμένουν τό εδικό μας φέρσιμο»

Γεώργιος Βαρνακιώτης, απευθυνόμενος σε κατοίκους της Στερεάς Ελλάδας.

 «Μπορεί να είμαστε λίγοι κι αδύναμοι, μα έχουμε μαζί μας τον Παντοδύναμο Θεό και θα νικήσουμε»

Στρατηγός Μακρυγιάννης, απευθυνόμενος στον Δεριγνί πριν την μάχη των Μύλων, όταν του μεταφέρθηκε πως ο Ιμπραήμ υπερτερεί αριθμητικά σε στρατό.

 «Τι τη θέλουμε, βρε αδέρφια, αυτή τη πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε αποκάτου στην σκλαβιά, και το σπαθί των Τούρκων να ακονιέται στα κεφάλια μας; δεν τηράτε που τίποτα δεν μας απόμεινε;»

Οδυσσέας Ανδρούτσος, σε επιστολή του προς τους κατοίκους του Γαλαξιδίου

 «Εγώ δια τούτω είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου…Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν οφέλειαν από την ζωή μου…Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δε θα ανεχτώ ώστε εις τα οδούς της Οδησσού, της Κέρκυρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγύιων, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες, Ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης».

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, απευθυνόμενος σε όσους τον προέτρεπαν να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, ώστε να μην εκτελεστεί μετά την έναρξη της επανάστασης.

 «Ο Έφορος της Ελλάδος Θεός ενέπνευσεν εις τας καρδίας των εχθρών μας άκραν δειλίαν και φόβον. Ελπίζω δε εντός ολίγου, με την βοήθειαν του Τιμίου Σταυρού και των θεοπειθών της πατρίδος ευχών, να σας χαροποιήσω…»

Ανδρέας Μιαούλης, απευθυνόμενος στην προσωρινή κυβέρνηση της Ελλάδος.

 «Οι αιώνες της τυραννίας μάς έχουν εντελώς εξαντλήσει οικονομικώς. Ο ηρωϊσμός δεν ωφελεί όταν στερείται τ’ απαραίτητα οργανικά μέσα για να εκδηλωθή, χρήμα, όπλα, πυρομαχικά, τροφή, ενδύματα. Και αν τολμώ να επικαλεσθώ τη συμπάθειά σας, σκοπός μου είναι η εξασφάλιση ενός ασύλου για τα κατατρεγμένα γυναικόπαιδα στην Εύβοια»

Μαντώ Μαυρογένους, σε γράμμα της προς τις ευρωπαϊκές αυλές.

 «Αύριο θα ξαναγίνει πόλεμος. Κι όποιος σταθεί άξιος, παίρνει το δίπλωμά του από τους Τούρκους»

Μάρκος Μπότσαρης, όταν έσκισε το δίπλωμα του στρατηγού που του απονεμήθηκε για τις υπηρεσίες του στο Μεσολόγγι, διαισθανόμενος ζήλια από ορισμένους άλλους οπλαρχηγούς.

 «Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση»

Θ. Κολοκοτρώνης, στην ομιλία του στην Πνύκα.

 «Άμποτε, Μάρκο ήρωα μου, να πάω κι εγώ από τέτοιο θάνατο. Μάνα δεν γέννησε στην Ελλάδα δεύτερο Μάρκο»

Γεώργιος Καραϊσκάκης, όταν αντίκρισε το άψυχο σώμα του Μάρκου Μπότσαρη.

 «Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ»

Στρατηγός Μακρυγιάννης, στα απομνημονεύματά του.

 «Οι Τούρκοι ήταν τόσοι, ώστε εάν έπτυαν επάνω μας θα μας έπνιγαν αναμφιβόλως. ‘Αλλ παντοδύναμος Θεός δεν το έπέτρεφε καί μας έσωσε»

Κωνσταντίνος Κανάρης, απευθυνόμενος μετά την Επανάσταση στον ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.

 «Εις τοιαύτην όντες κατάστασιν στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας»

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ως εκπρόσωπος της μεσσηνιακής γερουσίας σε γράμμα του προς τις ευρωπαϊκές αυλές.

 «Αν ήμουνα εγώ Παναγιά θα τους έπνιγα όλους αυτούς τους μασκαράδες , που έχουνε χέρια και άρμενα και καρτεράνε να τους γλυτώσει το εικόνισμα! Σύρε πες τους να το βάλουν στον τόπο του και να ‘ναι έτοιμοι να μανουβράρουνε καθώς θα τους παραγγείλω, εγώ παίρνω επάνω μου να τους γλυτώσω»

Ανδρέας Μιαούλης, όταν είδε τους ναύτες τους να πετάνε στη θάλασσα μία εικόνα της Παναγίας και να προσεύχονται σε Αυτή ώστε να κοπάσει η καταιγίδα.



Το διαβάσαμε εδώ