Eπιμέλεια: Χρήστος Μαζάνης

Πολλοί ασθενείς που νοσούν από Covid-19, όπως είναι γνωστό, αναφέρουν απώλεια μυρωδιάς και γεύσης. Μία νέα έρευνα τώρα η οποία πραγματοποιείται στη γειτονική Ιταλία καταλήγει στο συμπέρασμα πως  ένας στους δέκα που θα ξεπεράσουν τη λοίμωξη και θα θεραπευτούν, θα συνεχίζουν να έχουν τα συγκεκριμένα δύο συμπτώματα, δηλαδή να μην μυρίζουν και να μην γεύονται, κάτι το οποίο υποβαθμίζει σημαντικά την ποιότητα ζωής τους. Για αυτόν τον λόγο οι Ιταλοί επιστήμονες από τον Νοέμβριο του 2020 τρέχουν και μια συγκεκριμένη καινοτόμο θεραπεία η οποία στοχεύει στον έλεγχο των μεταβολών του νευρικού συστήματος και υπόσχεται πλήρη ανάκτηση των λειτουργιών αυτών σε λίγους μόνο μήνες.

Τα πρώτα ενθαρρυντικά αποτελέσματα των ερευνών προέκυψαν από μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 100 ασθενείς από επιστημονική ομάδα με επικεφαλής την Ιταλίδα ερευνήτρια του τομέα Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια, Αριάνα Ντι Στάντιο. Η ίδια είναι υπεύθυνη και του τμήματος  Ωτορινολαρυγγολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου, καθώς και ερευνήτρια στο τμήμα Νευροεπιστημών του «UCL Queen Square Institute of Neurology» του Λονδίνου.

«Η μελέτη ξεκινά από την υπόθεση ότι η αιτία της απώλειας οσμής επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα των ερευνών που έγιναν. Επομένως, ο ιός προκαλεί μόλυνση και φλεγμονή του εγκεφάλου, μεταβάλλοντας τις διαδικασίες μετάδοσης σήματος με  επιπτώσεις στην αίσθηση της όσφρησης. Παράλληλα υπάρχει ο κίνδυνος  ο οσφρητικός βολβός να ατροφεί και έτσι η ανοσμία να γίνει μόνιμη», εξηγεί η ερευνήτρια σε Ιταλικά Μέσα Ενημέρωσης.

«Ο εγκέφαλος  έχει την τάση να επιδιορθώνει τη βλάβη αυτή σε χρονικό διάστημα ενός ή δύο ετών, αλλά εάν αυτό δεν συμβεί, είναι σημαντικό να παρέμβουμε το συντομότερο δυνατό, υποβάλλοντας τον πάσχοντα σε θεραπείες ικανές να αποκαταστήσουν την ικανότητα να μυρίζει και να δοκιμάζει μέσα σε λίγους μήνες από την έναρξη των συμπτωμάτων», προσθέτει.

Η μελέτη διεξάγεται προς το παρόν στο Ιταλικό κρατικό νοσοκομείο του Φάνο, ενώ τελευταία, προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των ασθενών συνεργάζονται κι άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα και επιστημονικά τμήματα από τη Ρώμη και το Κάλιαρι. Στόχος των Ιταλών είναι να μπορέσουν να λύσουν οριστικά αυτό το πρόβλημα που δημιουργεί ο κορωνοϊός με αποτελεσματική θεραπεία.

Οι πολίτες που συμμετείχαν στις μελέτες  είχαν ανοσμία για περισσότερο από τρεις μήνες από τη στιγμή που θεραπεύτηκαν πλήρως από τον Covid-19.

«Η θεραπεία μέσω του ασθενή έχει στόχο τον έλεγχο των μεταβολών στο κεντρικό νευρικό σύστημα, με τη μείωσης της νευροφλεγμονής  και με τη  μείωση του εντοπισμένου οξειδωτικού στρες.  Και τα δύο σχετίζονται με την έναρξη σημαντικών παθολογιών του κεντρικού νευρικού συστήματος», διευκρινίζει η συντονίστρια της επιστημονικής ομάδας.

«Τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής είναι πολύ ενθαρρυντικά. Η νέα αυτή θεραπεία έχει λοιπόν τη δυνατότητα να ρυθμίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ συγκεκριμένων κυττάρων, αποκαθιστώντας τη νευρωνική βλάβη. Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με το συγκεκριμένο συμπλήρωμα έχουν αναρρώσει. Ασθενείς με μερική ανοσμία, ανέκτησαν την αίσθηση της όσφρησης σε 30 ημέρες, ενώ οι ασθενείς με σοβαρή ανοσμία σε 30 ημέρες είχαν βελτιώσει την οσφρητική ικανότητα, που απαιτεί θεραπεία 3 μηνών για ολική αποκατάσταση της λειτουργίας .Ταυτόχρονα, τα δεδομένα δείχνουν ότι η αναμονή του ασθενούς προκειμένου η οσμή να επανέλθει από μόνη της  δεν βοηθά, διότι η διαταραχή εξελίσσεται και επιδεινώνεται και φτάνει σε σημείο όπου δεν γίνεται πλέον θεραπεύσιμη εάν περάσουν δύο μήνες», καταλήγει.

Σχετικά με τα αποτελέσματα της θεραπείας  όσον αφορά στη γεύση, η ερευνήτρια δεν έχει δώσει ακόμα λεπτομέρειες στη δημοσιότητα. Όμως όπως υποστηρίζουν οι Ιταλοί, η επιστημονική ομάδα βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο. 

H καλή αυτή είδηση από τους Ιταλούς επιστήμονες για την ολική αποκατάσταση, έρχεται την ώρα που μια άλλη έρευνα ειδικών του Νοσοκομείου Danderyd και του Ινστιτούτου Καρολίνσκα στη Σουηδία η οποία δημοσιεύεται στην ιατρική επιθεώρηση «Journal of the American Medical Association» (JAMA), καταλήγει στο ότι «οκτώ μήνες μετά από ήπια νόσηση με τον νέο κορωνοϊό, ένα στα δέκα άτομα εμφανίζει τουλάχιστον ένα μέτριο ως σοβαρό σύμπτωμα της COVID-19 το οποίο έχει αρνητική επίδραση στην εργασία, στην κοινωνική και στην οικογενειακή ζωή του. Τα πιο κοινά μακροπρόθεσμα συμπτώματα είναι η απώλεια όσφρησης και γεύσης καθώς και η κόπωση».

Επίσης στα τέλη Φεβρουαρίου, μια άλλη καναδική μελέτη που είδε το φως της δημοσιότητας υποστήριζε πως «οι μισοί άνθρωποι που αρρώστησαν από Covid-19 και είχαν ως σύμπτωμα την απώλεια όσφρησης ή/και γεύσης, δεν έχουν ξαναβρεί κανονικά την όσφρηση και τη γεύση τους πέντε μήνες μετά τη λοίμωξη». Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Γιοχάνες Φρασνέλι του Πανεπιστημίου του Κεμπέκ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική ανακοίνωση στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, ανέλυσαν στοιχεία για 813 υγειονομικούς που είχαν διαγνωστεί θετικοί για Covid-19. Καθένας αξιολογήθηκε μέσω ερωτηματολογίου και ειδικών τεστ σχετικά με τις αισθήσεις της όσφρησης και της γεύσης του πέντε μήνες μετά τη διάγνωση της νόσου.

Με πληροφορίες από ΑNSA, Rainews

Το διαβάσαμε εδώ