Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2021, 17:17

Παρά τις διαφορές στο στιλ και την προσέγγιση, υπάρχει μια αξιοσημείωτη συμμετρία στα ταξίδια που έκαναν η Αγγλία και η Ιταλία προς τον τελικό του Euro 2020 (11/7, 22:00): και οι δύο εθνικές ομάδες βρέθηκαν σε ιστορικά χαμηλά, δημιουργώντας απογοήτευση στους φιλάθλους με την παρακμή που εμφάνισαν, αλλά στη συνέχεια ανακάλυψαν προπονητές που θα μπορούσαν να φέρουν αλλαγή και να τους οδηγήσουν γρήγορα σε μια πορεία προς την επιτυχία.

Για την Αγγλία, το… ναδίρ ήταν ο αποκλεισμός στους «16» του Euro 2016 από την Ισλανδία, ενώ η… απελπισία της Ιταλίας ήρθε δύο χρόνια αργότερα, όταν οι τέσσερις φορές παγκόσμιοι πρωταθλητές δεν κατάφεραν να προκριθούν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018 στη Ρωσία.

Ο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ δεν ήταν ο άνθρωπος που επιλέχθηκε να ηγηθεί της… αναγέννησης της Αγγλίας. Η ομοσπονδία είχε επιλέξει τον Σαμ Αλαρντάις γι’ αυτόν τον ρόλο, αλλά όταν η «βασιλεία» του συντομεύτηκε από σκάνδαλο που «αποκαλύφθηκε» μπροστά σε μια κρυφή κάμερα, η θέση δόθηκε στον προπονητή της εθνικής ομάδας κάτω των 21 ετών.

Ο Σάουθγκεϊτ κατάφερε να αντλήσει μια συναρπαστική νέα γενιά ταλέντων που «αναδύθηκε» από την εθνική U-21 και από τις ακαδημίες των συλλόγων της Premier League, αλλά η πιο σημαντική απόφασή του ήταν να αλλάξει την κουλτούρα γύρω από την ομάδα της Αγγλίας, κάνοντας, επίσης, επανεκκίνηση στη συχνά αντιφατική σχέση με τα μέσα ενημέρωσης.

Με απομακρυσμένη την πίεση, η Αγγλία έφτασε στα ημιτελικά στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018 και στη συνέχεια, με περισσότερα ταλέντα ενσωματωμένα στην ομάδα, προχώρησε μεθοδικά μέχρι το Euro 2020, δίνοντας λίγη προσοχή στις συνεχείς υπενθυμίσεις των αποτυχιών του παρελθόντος.

Ο Ρομπέρτο Μαντσίνι είχε μια διαφορετική ιστορία να αντιμετωπίσει, μετά την αποθαρρυντική διαδρομή της Ιταλίας για τη Ρωσία υπό τον Τζιαν Πιέρο Βεντούρα, η οποία έληξε με την ταπείνωση του αποκλεισμού στα πλέι οφ από τη Σουηδία.

Όπως ο Σάουθγκεϊτ, έτσι και ο Μαντσίνι στράφηκε στους νέους παίκτες, αλλά ο μεγαλύτερος αντίκτυπός του ήταν στο ύφος του ποδοσφαίρου που παρήγαγαν οι «ατζούρι».

Η Ιταλία χρησιμοποιεί ένα σχηματισμό 4-3-3, με δύο πλέι μέικερ στο κέντρο, συνήθως τους Ζορζίνιο και Βεράτι, υποστηρίζοντας δύο ακραίους επιθετικούς που… κόβουν μέσα και φουλ-μπακ που πιέζουν προς τα εμπρός για να προσφέρουν πλάτος. Είναι μια από τις πιο απολαυστικές ιταλικές ομάδες εδώ και χρόνια.

Αλλά η επανάσταση του Μαντσίνι δεν υπονόμευσε τα θεμελιώδη και έτσι διατήρησε την εμπειρία των Τζιόρτζιο Κιελίνι και Λεονάρντο Μπονούτσι στην άμυνα.

Ενώ η Αγγλία έφτασε στο παρελθόν στον τελικό μόνο μιας μεγάλης διοργάνωσης, παίζοντας επίσης εντός έδρας, το 1966, αυτός θα είναι ο 10ος μεγάλος τελικός της Ιταλίας.

Οι αριθμοί σίγουρα ευνοούν την Ιταλία, η οποία δεν έχασε ποτέ εναντίον της Αγγλίας σε τέσσερις συναντήσεις σε μεγάλη διοργάνωση και ηττήθηκε μία φορά σε οκτώ συναντήσεις με την Αγγλία.

Όμως, ξέρει ότι την περιμένουν 60.000 φίλαθλοι, ένα πλήθος συντριπτικά υπέρ της Αγγλίας στο Γουέμπλεϊ, το οποίο σε αυτό το τουρνουά έχει γίνει… εχθρικός χώρος για επισκέψεις ομάδων και είναι ένα περιβάλλον που η ομάδα του Σάουθγκεϊτ απολαμβάνει να παίζει.

Εκεί άλλωστε θα έχει δώσει η Αγγλία τα έξι από τα επτά παιχνίδια της όταν ολοκληρωθεί το τουρνουά, κάνοντας το μοναδικό ταξίδι της στη Ρώμη.

Μπορεί να υπάρχουν λίγα να «κρύψουν» οι δύο αρχικές ενδεκάδες, αλλά σίγουρα η Αγγλία έχει ισχυρότερες επιλογές από τον πάγκο, όπως παραδέχθηκε ο Κιελίνι. Κάτι που μπορεί -με τη σειρά του- να παίξει ρόλο στον τελικό της Κυριακής. Όπως άλλωστε και τόσα άλλα…